
Πριν μερικά χρόνια, περπατούσα στην Πλάκα -κάπου στην Αρεοπαγίτου- με έναν φίλο μου. Ήταν μια από εκείνες τις ήσυχες μέρες, που δεν έχεις τίποτα να κάνεις αλλά κουβαλάς μέσα σου πολλά. Μιλούσαμε για τη δουλειά, για κάτι που τον απασχολούσε. Εγώ άκουγα· ή έτσι νόμιζα.
Μέχρι που με κοίταξε και μού είπε:
«Νιώθω ότι δεν με ακούς. Απλώς περιμένεις τη σειρά σου να μιλήσεις.»
Δεν το είπε επιθετικά. Το είπε ήσυχα, σαν διαπίστωση. Αλλά με τάραξε. Γιατί είχε δίκιο.
Όλοι λέμε ότι θέλουμε επικοινωνία. Αλλά, συνήθως, εννοούμε: «θέλω να πω τη δική μου εκδοχή». Η ενεργητική ακρόαση -δηλαδή το να ακούς ουσιαστικά, με πρόθεση κατανόησης και όχι απάντησης- μερικές φορές δεν συμβαίνει, όχι γιατί είναι δύσκολη, αλλά γιατί απαιτεί να δώσεις πραγματικά το παρών.
Στην πράξη, ενεργητική ακρόαση, σημαίνει:
– Δεν διακόπτω. Δεν συμπληρώνω φράσεις.
– Δεν ετοιμάζω απάντηση όσο μιλάει ο συνομιλητής μου.
– Δεν προσπαθώ να αποδείξω ότι έχω δίκιο.
– Ακούω με όλο μου το σώμα.
Και η (θετική) πρόθεση, σ’ όλα τα παραπάνω, είναι ζωτικής σημασίας. Γιατί η πρόθεση φαίνεται. Και ο άνθρωπος με τον οποίο μιλάς, τη νιώθει πριν καν μιλήσεις. Μπορεί να πεις την τέλεια φράση, αλλά αν δεν υπάρχει χώρος, ο συνομιλητής σου θα νιώσει πίεση. Μπορεί να πεις ένα απλό «Σε ακούω» και να είναι ό,τι πιο ψεύτικο, αν μέσα σου μετράς τα δευτερόλεπτα για να απαντήσεις.
Κανείς δεν (ανα)ζητά τις τέλειες κουβέντες. Ζητά να μη χρειάζεται να φωνάξει για να ακουστεί. Χρειάζεται να φύγει από τη συζήτηση και να έχει μέσα του την αίσθηση: Με είδες. Με άκουσες. Δεν ήμουν μόνος.
Μπορεί να μην χρειάζεται να πεις και κάτι. Χρειάζεται μόνο να είσαι εκεί. Με βλέμμα καθαρό. Και η μη λεκτική σου επικοινωνία να λέει: «Είμαι εδώ. Δεν είμαι απέναντί σου.»
Και, κάποιες φορές, αυτό είναι το πιο δύσκολο. Μα και το πιο γενναίο.
Νίκος Γιαννακόπουλος
Partner | Public Speaking Coach
Author of «Οι Τρεις Αποτυχίες» και «Ταξίδι Δίχως Τέλος»